Τάκη Λαϊνά "El campo el mundo"

Το κείμενο του Δ. Κράγκαρη
Κυρίες και Κύριοι,
Αγαπητοί φίλοι και φίλες, καλησπέρα σας
Σας καλωσορίζουμε στη σημερινή μας πρώτη εκδήλωση του 2012 και ευχόμαστε Καλή Χρονιά, με υγεία για όλους και διέξοδο λύτρωσης για την πατρίδα μας και τον λαό μας που περνάει δύσκολες στιγμές.
Θα μου επιτρέψετε να ισχυρισθώ ότι η σημερινή μας εκδήλωση, στα πλαίσια των εκδηλώσεων που οργανώνει η Πολιτιστική Ομάδα Φράγμα συνεχώς από το 2003, χωρίς καμία άνωθεν οικονομική ενίσχυση παρά μόνον με τη βοήθεια των μελών και των φίλων της και τη δική σας συμπαράσταση, είναι και μια απάντηση στα αδιέξοδα της κρίσης. Άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια αυτό προσπαθούμε να δείξουμε, ότι δηλαδή με την αυτοοργάνωση και αυτενέργεια των πολιτών, με ελάχιστα μέσα και χρήματα, μπορούν να γίνουν πράγματα για τα οποία αυτός ο τόπος, ο κάθε τόπος μπορεί να χτίζει μόνος του και με αξιοπρέπεια τον πολιτισμό και την πρόοδό του.
Σήμερα με ιδιαίτερη χαρά σας παρουσιάζουμε το βιβλίο ενός συμπολίτη μας, γνωστού σε όλους βεβαίως, του Τάκη Λαϊνά, που έχει τίτλο «Ο κάμπος ο κόσμος, el campo el mundo». Για να μιλήσουν για το βιβλίο του ΤΛ είναι μαζί μας ο Γιώργος Γώτης, ποιητής και μέλος της Ομάδας μας και η δημοσιογράφος και συγγραφέας Ελένη Σκάβδη, που είχε και την επιμέλεια του βιβλίου. Να υπενθυμίσω εδώ ότι στην εφημερίδα της ΕΣ το Ελεύθερο Βήμα έχουν δημοσιευθεί τα περισσότερα κείμενα του βιβλίου.
Ο Τάκης Λαϊνάς, όπως προείπα, δεν χρειάζεται ενώπιον σας ιδιαίτερες συστάσεις, αλλά οφείλω να υπογραμμίσω ότι η πορεία του μέσα σ΄ αυτή τη μικρή κοινωνία που ζούμε, δείχνει έναν άνθρωπο δημιουργικό, υπεύθυνο, ευαίσθητο και ενεργό, έναν πολίτη με την ουσιαστική σημασία του όρου, τον οποίο η κοινωνία μας έχει τιμήσει σε αιρετές θέσεις με την εκλογή του ως δημοτικού και νομαρχιακού συμβούλου.
Με τον Τάκη έχουμε συμπορευθεί όλα αυτά τα χρόνια σε μια αδιάκοπη και δημιουργική πορεία που αρχίζει από τα μαθητικά μας χρόνια, με πολυποίκιλες πρωτοβουλίες αλλά κυρίως μέσα από την ίδρυση και δράση της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών Ανδρέας Καρκαβίτσας και αργότερα με την ίδρυση και δράση της Ένωσης Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον της γνωστής ΕΠΟΠ.
Πολιτισμός, Οικολογία και Αυτοδιοίκηση είναι οι βασικοί άξονες των κοινωνικών ενδιαφερόντων του Τάκη Λαϊνά. Ως γεωπόνος που σπούδασε και επαγγέλλεται, απέδειξε εμπράκτως ότι πονάει τη γη, τους ανθρώπους της, όλα τα πλάσματά της. Γράφει στο κείμενό του για το δελφινοκόριτσο: «Εμένα με νοιάζει η βιολογία του σπόρου που φυτρώνει και το κλαδάκι που ανθίζει, η μυρωδιά του πεύκου και του τρυγονιού το φτερούγισμα. Δεν μ΄ αρέσουν τα ρεκόρ και οι κολυμβήτριες με τις ψεύτικες ωμοπλάτες και τους πέτρινους μηρούς, μ΄ αρέσει η λειτουργία έκκρισης της αδρεναλίνης και της τεστοστερόνης και των κοριτσιών η συγκίνηση και τα δάκρυα».
Γύρω από τους παραπάνω άξονες (πολιτισμός, οικολογία και αυτοδιοίκηση) κινούνται και τα 32 κείμενα του βιβλίου του, ο κάμπος ο κόσμος, που είναι σαν πορτοκάλι, αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας, στον οποίο όλοι μπορούν να ξαναβρεθούνε, μπορεί με άλλες κοινωνικές ιδιότητες, όπως τον Βασίλη που τον πρωτογνώρισε υπερασπιστή του δικηγόρο στη δίκη του Συλλόγου για να τον ξανασυναντήσει μετά από 20 χρόνια ως ποιητή στις εκδηλώσεις του Σταθμού.
Μέσα από τα κείμενα του, κείμενα δημοσιευμένα την τελευταία δεκαετία, ο Τ. Λ. μας αφηγείται με αφορμή αιχμές της επικαιρότητας στιγμές του εξηντάχρονου βίου του που είναι και στιγμές της τοπικής μας ιστορίας. Με τρόπο γλαφυρό, στοχαστικό και εξόχως προσωπικό και ευαίσθητο, ο Τ. μας μιλάει για πρόσωπα και πράγματα που συνθέτουν και αναδεικνύουν την κοινωνική εξέλιξη αυτού του τόπου τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Χωρίς φιοριτούρες και υστεροβουλίες, με έναν αυθορμητισμό που αφοπλίζει και τον πιο δύσπιστο αναγνώστη, ο Τ. αφηγείται στιγμές του βίου του, που παράλληλα είναι η αυθεντική και ανόθευτη εικόνα της τοπικής ιστορίας. Από την ‘άποψη αυτή την έκδοση αυτού του βιβλίου ευτύχημα και προσφορά πολύτιμη για την τοπική ιστοριογραφία.
Σε ένα τοπίο που το προσδιορίζει ο κάμπος μας με τις εκκλησιές του, τον Άγιο Δημήτριο, την Παναγία, τον Άγιο Παντελεήμονα, την Αγιά Σωτήρα και την Αγιά Σοφιά της Ανδραβίδας, το δεύτερο δημοτικό σχολείο, η αγορά, ο ΑΣΟ, η Λάκκα, ο Στρεμμενός, η Κάτω Ρούγα, ο Συνοικισμός των Προσφύγων, οι αμμοθίνες, οι ιπποδρομίες στην παραλία της Μυρσίνης οι Αλυκές και το Κοτύχι, κινούνται και οι ήρωές του.
Και οι ήρωες των κειμένων του Τάκη είναι υπαρκτοί και αληθινοί. Είναι ο πατέρας του ο Μαστρονίκος και οι μαστόροι της τέχνης του, Αυγερινός ο Σουρανής, ο Τάκης ο Μπέκος και ο Στάθης ο Γιαννάτος, όλοι μαθητές του Νίκου Σουρανή, που όσα ξέρει δεν τα ξέρει άλλος κανείς… Είναι η συμμαθήτρια της πρώτης δημοτικού, η φοβισμένη Ελενίτσα που τη βοήθησε στο ίδιο θρανίο, δίπλα του καθισμένη να γράψει την πρώτη της λέξη και αργότερα την είδε να παίρνει το δρόμο της ξενιτιάς μαζί με πολλά άλλα παιδιά της γειτονιάς του, της Κάτω Ρούγας, τον Ρέλλο, τον Γιάννη τον Μάνθο, τον Πίκουλα, τον Καραλή, τον Θούπο τον ψευδό, τον Ρεκατζούνη, τον Ντάλε… που εξαφανίστηκαν σαν τα χελιδόνια στα δύσκολα εκείνα χρόνια της οικονομικής ανέχειας, που δυστυχώς επιστρέφουν…
Ήρωες των κειμένων του Τάκη είναι ακόμη ο γείτονας και παιδικός του φίλος, μετέπειτα ζωγράφος Γιάννης Δημάκης, ο Καβουρίνος που κυκλοφορούσε με το ντεσεβό του τη δεκαετία του ΄70, ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος από τον οποίο παρέλαβε την κόπια της Αναπαράστασης για να τη μεταφέρει στον ώμο στο σταθμό Πελοποννήσου για να παιχτεί στα Λεχαινά από τον Σύλλογο, τα παιδιά του Συλλόγου ο Θανάσης, ο Τζίμης, ο Άγγελος, ο Βασίλης ο δικηγόρος, οι συμμαθητές του στο Λύκειο, ο φιλελεύθερος λυκειάρχης Νικολαϊδης και ο κοντός και βραχνός φυσικός, ο αθώος Κώστας ο Βουκόλος που φώναξε τίποτα στην ομιλία του κομπορρημονούντος ντόπιου πολιτευτή, αλλά και η Μέριλυν Μονρόε που ο αιφνίδιος θανάτός της στις 6 Αυγούστου του 1962, ημέρα των ιπποδρομιών στο αλίπεδο της Σωτηρούλας τον συντάραξε, ακόμη οι Μπητλς, οι καθηγητές των φροντιστηρίων που τον έμαθαν να γράφει έκθεση…
Αναδιφώντας τα παλιά και βλέποντας τα σύγχρονα ο Τ.Λ. δηλώνει νοσταλγός του μέτρου που χάσαμε… Πιστέψαμε, γράφει, κάποια στιγμή πως όλα τα είχαμε λογαριάσει σωστά… Πώς διάολο όμως βγήκαμε έτσι χαμένοι, καταποντισμένοι, αναρωτιέται με τα λόγια του δικού μας ποιητή Τάκη Σινόπουλου, είναι απορία αναπάντητη…
――――――――――――――――――――――――――――――――――――
Το κείμενο του Γ. Γώτη
Γιά χρόνια εἶχα τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ Τάκης Λαινᾶς συνέχιζε καί τιμοῦσε τόν τύπο τοῦ προφορικοῦ λογίου, ὁ ὁποῖος σπανίζει στίς μέρες μας, καί αὐτό διότι σέ ὅλες τίς συζητήσεις μας οἱ ἀναφορές ἡ τεκμηρίωση τῶν λεγομένων του μέ παραπομπές στήν ἀνάλογη βιβλιογραφία ἀναλόγως τοῦ θέματος, ἐν συνδυασμώ μέ τό ὅτι δέν εἶχε ἐκδώσει κανένα βιβλίο μέχρι πρότινος, ἐκτός τῶν κατά καιρούς δημοσιευμένων κειμένων του στίς ἐφημερίδες, τόν κατέτασαν στούς συνεχιστές αὐτῆς τῆς παράδοσης.
Ταυτόχρονα ὅμως ἡ σύνολη συγκρότηση τοῦ λόγου του τόν ἐξαιροῦσε ἐκ τῶν μορφολογικῶν ἐκείνων χαρακτηριστικῶν πού θά τοῦ προσέδιδαν τόν σκωπτικό τίτλο τοῦ “διανοουμένου τῆς ἐπαρχίας” πού περιγράφει ἀπόλυτα τούς γύρω μας ἀφθονοῦντες ἠμιμαθεῖς.
Διαβάζοντας κατά καιρούς τά κείμενα πού δημοσίευε ὁ Λαινᾶς παρατήρησα ὅτι ἀπηχοῦσαν μέ νηφάλιο, σαφῆ καί στοχαστικό τρόπο, ὅλες ἐκεῖνες τίς ἀρετές πού συγκροτοῦσαν τόν προφορικό του λόγο. Καί τά ὁποῖα κείμενα συναπαρτίζουν πλέον τό σῶμα αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, μέ τόν εὔγλωτο τίτλο: “ Ὁ Κάμπος ὁ Κόσμος”, διότι ὁ κάμπος ἀποτελεῖ τόν κόσμο τοῦ Λαινᾶ, ἀλλά καί ὁ Λαινᾶς εἶναι κατά κυριολεξίαν πολίτης αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Ὁ Λαινᾶς μέσω τῶν κειμένων του διαλέγεται μέ τόν κόσμο τοῦ κάμπου, ἡ συνομιλία του δέν ἀφορᾶ μόνο τούς ἀνθρώπους ἀλλά ἀφορᾶ καί ὅλα τά ἔμβια καί ἄβια ὄντα. Τό φυσικό περιβάλλον εἷναι ἡ πηγή τῆς ἔμπνευσής του, ἀρωγός στό νά ξεκαθαρίζει τά πράγματα ἐντός του καί νά βάζει σέ τάξη τίς σκέψεις του. Προστρέχει σέ ἱστορίες παλαιοτέρων κρατώντας τήν ἐπαληθευμένη ἀπό τό χρόνο σοφία λόγων καί πράξεών τους, ὥστε νά ἐνισχύει τήν δική του ἐπιχειρηματολογία, χρησιμοποιώντας ταυτοχρόνως παροιμίες καί ρήσεις τῆς εὑρύτερης περιοχῆς, τρόπους καί τεχνικές μιᾶς ξεχασμένης σήμερα παράδοσης. Κατακτᾶ προσωπικό ὕφος πού καθιστᾶ τή γραφή του ἀναγνωρίσημη.
Ἄν παρατηρήσουμε τά γραπτά του θά διαπιστώσουμε ὅτι ἡ τεχνική τῆς ἀφήγησής του στηρίζεται σέ δίπολα, ὅπου ὁ ἕνας πόλος εἶναι ἡ προσωπική ἱστορία πού διηγεῖται καί ὁ ἄλλος εἶναι ἡ φύση, ἤ τό ἔμβιο ὄν πού παρομοιάζεται μέ κάποια ἀνάλογη φυσική ὕπαρξη ἤ διαδικασία, ἐκκινώντας ἀπό μία κατάδυση στήν παιδική ἠλικία, ὅπου μέσω τῆς διαδρομῆς τῶν χρόνων καταλήγουν στό παρόν, δίχως νά κομίζουν κατ' ἀνάγκην πάντοτε τήν σωτήρια λύση στό πρόβλημα πού πραγματεύονται, ἀλλά τήν ἀπόλαυση τῆς παρατήρησης καί τήν σοφία τοῦ ταξιδιοῦ.
Μακράν κάθε δοσμένης δογματικῶς ἀλήθειας ὁ Λαινᾶς εἶναι ἕνα ἄτομο πού βλέπει γύρω του. Ἕνας λεπταίσθητος παρατηρητής τῶν συμβαινόντων. Ἐξάγει τά συμπεράσματά του καί μᾶς τά προσφέρει πρός προβληματισμόν. Παρατηρεῖ στοιχεῖα καί πράξεις πού ἄλλαξαν γύρω μας συμπεριφορές καί νοοτροπίες, πού ἀλοιώθηκαν καί μεταλλάχθηκαν σέ κρατοῦσες ἀπόψεις.
Ἡ ἐξέλιξη τῶν καλλιεργιῶν παραδείγματος χάριν ἐπέφερε καί τήν ἀνεξέλενκτη συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου πρός τό φυσικό περιβάλλον, ἐξωθώντας τον πρός τήν ὕβριν. Μαζί μέ τήν κερδισμένη ἀνάπτυξη χάνεται ἀνεπιστρεπτί καί ἕνα μέρος τοῦ ἐθιμικοῦ καί προφορικοῦ μας πολιτισμοῦ.
Ἀντικαταστάθηκαν οἱ καθημερινοί φιλικοί πρός τό αὐτί ἦχοι, μέ ἕτερους ἐχθρικότερους πού συνθέτουν πλέον τήν καθημερινότητα τοῦ καθενός μας. Ἐκεῖ ὅπου κυριαρχοῦσαν οἱ αἰσθήσεις τώρα προέχει ἡ ἀνάγκη. Ἀλλά γιά νά μήν παρεξηγηθοῦν τἀ λεγόμενα τά δικά μου ἀλλά καί τά γραπτά του, δέν εἶναι καθόλου ἐνάντια στήν πρόοδο καί τήν ἐξέλιξη στά κείμενά του ὁ Λαινᾶς, ἀντιθέντως εἶναι ὁ ὑποστηρικτής τοῦ μέτρου, τῆς ὀρθολογικῆς καί λελογισμένης διαχείρησης, ὥστε νά ὑπάρχει ἡ ἀνταπόδοση.
Ἀλλά καί στά κείμενα πού ἀναφέρονται σέ γεωπονικά ἤ οἰκολογικά θέματα πάλι τήν ἀφορμή τῆς ἀφήγησης πυροδοτεῖ ἕνα γεγονός. Παρατηροῦμε τήν πλήρη γνώση τῆς ἐπιστήμης του ἐν συδυασμῶ μέ τίς λαικές παραδόσεις, τά ἔθιμα, τίς δοξασίες πού ἀφοροῦν στήν συγκεκριμένη πράξη καί ἐνέργεια . Ὁ σημερινός ἄνθρωπος ξεκόβεται ὁλοένα ἀπό τήν φύση ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν ζεῖ στά ἀστικά κέντρα, χάνοντας ἔτσι τή μέθοδο καί τόν τρόπο του.
Ὁ Λαινᾶς αὐτοπροσδιορίζεται μέσω τῆς καθημερινῆς του ἀσχολίας καί τοῦ περιβάλοντός του καί παραμένει ἐνεργός πολίτης.
Αὐτός ὁ αὐτοπροσδιορισμός τόν βοηθᾶ στό νά ἐξάγει τά συμπεράσματά του γιά τόν βραχύ ἤ μακρό χρόνο πού βιώνουμε, νά κάνει τίς κοινωνικές του παρατηρήσεις καί παρεμβάσεις, χαρίζοντάς του ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο προσέγγισης τῶν προβλημάτων.
Στά κείμενά του παρατηροῦμε παρεκβάσεις στήν ἀφήγηση πού ἀντί νά τήν ἀποδυναμώνουν τήν καθιστοῦν συνεκτικότερη. Ξαφνικά μία ἤ πολλές ἱστορίες ξεδιπλώνονται παραλλήλως καί μέ καταλύτη τό ἐμφανές ἤ ὑποδόριο χιοῦμορ τους ἐπιδοτοῦν τήν βαρύτητα τῶν λεγομένων του.
Ὅλη αὐτή ἡ συναγωγή τῶν κειμένων πού συνιστᾶ τό βιβλίο χαράζει μία διαδρομή ἀπό τήν παιδική ἠλικία μέχρι σήμερα. Τά πρόσωπα εἶναι ὑπαρκτά, ὁ ἄλλοτε φυσικός χῶρος ὅπου κάποτε δροῦσαν εἶναι καί αὐτός μέ τήν πάροδο τῶν χρόνων ἀλλοιωμένος ἀπό τά ἴδια πρόσωπα πού ζοῦν σημερα μιά ἐπιννοημένη ζωή, ὅμως ὁ ἴδιος δέν ἔχασε ποτέ τήν φωνή του, ἀντιθέτως οἱ πολλοί ἀπώλεσαν τό χάρισμα τῆς ἀκοῆς καί συνεπακόλουθα τήν διδαχή.
Ὁ Λαινᾶς ἔριχνε μέ τά κείμενά του ὅλα αὐτά τά χρόνια τόν σπόρο τῶν λόγων του σέ ἀγεώργητη γῆ καί περίμενε νά καρπίσουν.
――――――――――――――――――――――――――――――――――――
Το κείμενο της Ελ. Σκάβδη
Η γενιά των Τάκηδων...
ΘΑ ΞΕΚΙΝΗΣΩ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΦΗΓΗΣΗ για το βιβλίο του Τάκη Λαϊνά, χρησιμοποιώντας τον πολύπαθο όρο της «γενιάς», βοηθητικό στην προσπάθεια που επιχειρώ, για να απαριθμήσω την αισθητική συμβολή μιας ολόκληρης ομάδας δημιουργών-επαρχιωτών - ή πολιτών της ελληνικής περιφέρειας επί το νεοτερικότερον- στην ευρύτερη πολιτισμική διαμόρφωση της σύγχρονης νεοελληνικής ταυτότητας. Και ξεκινώ απολογητικά επειδή ο όρος γενιά προκάλεσε δημόσια συζήτηση ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση με εξιδανικεύσεις, αντιπαραθέσεις, απόρριψη για τη σημασία του σε ταξινομήσεις και αξιολογήσεις. Ο όρος, που βαρύνεται με όλα τα παραπάνω, αφορά ιδιαίτερα τη γενιά του 30, διαθέτοντας από οπαδούς μέχρι και αρνητές, όλοι μαζί πολύ περισσότεροι από τους μελετητές της, θα έλεγα. Παρόλα αυτά κανείς δεν μπορεί να δει τους δημιουργούς έξω από την εποχή τους, τα βιώματά τους, την ιστορία, κάθε δικαίωση ή διάψευση, έξω δηλαδή από τη ζωή την ίδια που συνθέτουν οι ιδέες, οι αρχές και αυτό που λέμε συνείδηση του κόσμου.
Και επειδή εσχάτως, το νέο ιδεολόγημα της Μαζικής μας Δημοκρατίας επικαλείται τον όρο «γενιά» για να αποδώσει τα μύρια καταστροφικά που μας συμβαίνουν στη σειρά του «Πολυτεχνείου, » προκαλούμαστε ή είμαστε υποχρεωμένοι όλοι μαζί του 60 και του 70 οι εκδρομείς, να ψάξουμε και πέρα από τις ενοχές που φορτωνόμαστε να μιλήσουμε εκ βαθέων για το μερίδιό μας σε ήττες ή και διαψεύσεις αλλά και για τις παρήγορες εμμονές που μας διατηρούν ακόμα σε ρόλους ή προσδοκίες που δείχνουν διεξόδους...
Ένας τρόπος να μιλήσουμε είναι ακριβώς η Λογοτεχνία... Η οποία θέλει και «αρετή», θέλει και «τόλμη»-το τελευταίο ιδιαιτέρως σήμερα- όπως η «ελευθερία»... Ο Τάκης Λαϊνάς έγραψε λοιπόν με τόλμη και αρετή τα δοκίμιά του, που περιλαμβάνονται στο πρώτο του βιβλίο. Τριάντα τρία συνολικά δοκίμια, που κατανεμηθήκαν σε δυο κεφάλαια, μέρη του βιβλίου. Η ταξινόμηση έγινε με κριτήρια θεματικά. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τα δοκίμια που αφορούν αυτό που ορίζουμε ως κοινωνία, και το δεύτερο συγκεκριμένες παρεμβάσεις πάνω σε ανοιχτά πολιτικά ζητήματα, θέματα περιβαλλοντικά, θέματα αγροτικής πολιτικής, διοίκησης και αυτοδιοίκησης, συμμετοχής και συλλογικοτήτων. Ολόκληρο το βιβλίο ως ενότητα συνιστά ένα ενιαίο και άρτιο λογοτεχνικό προϊόν, που μετατρέπει έναν μικρόκοσμο σε σύμπαν... Εκείνο το «σκέψου παγκόσμια δράσε τοπικά», ιδεολόγημα των καιρών, αντιστρέφεται εν προκειμένω και γίνεται «δες τον τόπο, σκέψου τοπικά και δράσε... για τον κόσμο όλο». Αυτό το συμπέρασμα κατά την άποψή μου αποτελεί την πρώτη «απάντηση» ανατροπή στο συρφετό των καιρών που αφαιρεί την ουσία και την αξία του μέρους, του μικρού γενικότερα, υπέρ του «μέγιστου», οδηγώντας μας αναγκαστικά σε δρόμους καταστροφικούς και αλλοτριωτικούς. Κατά την άποψή μου αυτή η αίσθηση διατρέχει ολόκληρη την αφήγηση του συγγραφέα, αποτελώντας και την πρόδηλη πολιτική θέση του.
Πρώτη ανατροπή στη οικεία αισθητική της παραγόμενης λογοτεχνίας τα τελευταία και νεοτερικά χρόνια στην Ελλάδα, ο τίτλος του βιβλίου: «Ο κάμπος ο κόσμος»... Που στην ουσία μπορεί και να σημαίνει αυτό που υπονόησε η Μπέτυ Κομνηνού με τους στίχους της στο τραγούδι: «Ο Τόπος μου είναι κάμπος», που ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου:
«Ο Τόπος μου είναι Κάμπος, καμίνι πέτρα και βουνό,
ο τόπος μου είναι θάλασσα.
Το σώμα μου είναι κάμπος, Κατ’ απ’ τα παράθυρά μου
δες ανθίζει η φοινικιά... Κοίτα μέσα στην καρδιά μου
Όλα λάμπουν και πετούν... Ρούχα και πρότυπα καίγονται
Κορμιά χωρίς ντροπή Για την ομορφιά τους... »
Έκανα αυτή την εισαγωγή για να ξεκαθαρίσω την γεωγραφία, τύποις αληθινή και χειροπιαστή, στο χάρτη όμως της γραφής του Τάκη Λαϊνά, εξόχως φαντασιακή, για την ακρίβεια οραματική, που συμπυκνώνει εντός της όλες τις μεγάλες αφηγήσεις της γενιάς του Τάκη, των Τάκηδων, που μέσα σε σακάτικους και αλλοτριωμένους καιρούς εξακολουθούν να ανθούν εις επαρχίαν... Μια γεωγραφία γραφών και λόγου όπως αυτή ορίστηκε από προγενέστερες γραφές, ανιόντων της ημετέρας συνομοταξίας και όχι μόνο, μια συνέχεια που δεν αποκόβει και δεν πετάει τίποτε, που στηρίζεται στο παλιό και στη σοφία της εμπειρίας για να σχεδιάσει το μέλλον.
Ο κάμπος λοιπόν, ως έννοια και όρος, με τον προορισμό της γονιμότητας, στοιχειώνει στις γραφές εντοπίως, από «Τον κάμπο που απλούται επικλινής» και «Το ημερολόγιο πεδιάδος» του Διονύση Κράγκαρη, ή και «Τη Μαύρη Γη» της Ελένης Ψυχογιού...
Εν αρχή λοιπόν ην ο τόπος και ο κάμπος η γαία. Ο συγγραφέας, απόλυτα δεμένος με την γενέτειρα του, ξεκινά από το «τοπικό» και το «επικαιρικό» διευρύνοντάς το όπως οφείλει κάθε λογοτέχνης προς το πανανθρώπινο και το υπερχρονικό, με αφετηρία το γενέθλιο τόπο. Και από κει δίνει τη συνολικότερη εικόνα της ζωής «παντού όπου η ύπαρξη κινείται μέσα σε όμοιους βιωτικούς και κοινωνικούς όρους, βλέπε ανθρωποκεντρικούς βλέπε πολιτικούς όρους».
Γράφει ο Τάκης: «Μάς μιλάνε, Ελένη, τα δέντρα κι είναι ο λόγος τους απλός και μεστός, όπως τα φρούτα τους... . Μάς αγαπάνε τα δέντρα, μάς πονάνε και κλαίνε για μας... Φτερουγίζουν τα πουλιά απ’ τη δάφνη στο σκίντο, την οξιά τη λυγιά και το έλατο και μαζεύουν κλωναράκια, κλαδάκια, φυλλαράκια, χαλικάκια και στις μασχάλες των δέντρων χτίζουν φωλιές, γεννούν αυγά, καινούρια πουλιά, “των ερώτων τα θαύματα”.
Όλα αυτά που μπορεί και βλέπει και μελετά ο συγγραφέας στα δοκίμια του, οι «ηρωές του» δηλαδή και μαζί οι ιστορίες που αφηγούνται με τον τρόπο του ο καθένας, ζωντανεύουν όχι μόνο τον δομημένο και κοινωνικό χώρο αλλά και τον απόλυτα φυσικό, την εξοχή, τα χωριά όλα τα έμβια και κάθε είδος ζωής με ένα σκληρό και μαζί μεταφυσικό ρεαλισμό, ταυτόχρονα όμως και εντελώς λυρικό χωρίς να βαραίνει ο λυρισμός την αφήγηση... Μαστοριά που προέρχεται από την απόλυτη αφοσίωσή του για μια ολόκληρη ζωή στο αντικείμενο και σε καθαρές ιδέες!
Εδώ ακριβώς βρίσκεται, πιστεύω, η ταυτότητα του Τάκη Λαϊνά ως συγγραφέα. Στην περίοδο των νέων τεχνολογιών και της παγκοσμιοποίησης, του σκληρού και βάρβαρου νεοφιλελευθερισμού και των ταγών του έως και υπηρετών του, που ιστορία γράφουν μονάχα οι «οικονομολόγοι» και «οίκοι» αναπαριστά και αποτυπώνει τα σταθερά στοιχεία της ζωής, τα οποία διατηρούνται σχεδόν αναλλοίωτα για αιώνες, προβάλλοντας παράλληλα και την αλλαγή του κόσμου και των ανθρώπων, τις νέες συνθήκες ζωής που δημιουργούνται μέσα σε αυτό το αμήχανο περιβάλλον που ψάχνει για τις άκρες του. . Κάτι ανάλογο επιχειρούσε πρωτοποριακά για την εποχή του και ο Λεχαινίτης Αντρέας Καρκαβίτσας, στη Λυγερή για παράδειγμα (1896) εποχή παρακμής της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας και τη σύγκρουση του κόσμου της υπαίθρου, του καρολόγου, με τα νέα οικονομικά ήθη, όπως εκφράζονταν από τον έμπορο. Επίσης, Στα Λόγια της πλώρης (1899) ο Καρκαβίτσας παρουσιάζοντας την ελληνική ναυσιπλοΐα την περίοδο των ιστιοφόρων, ασκούσε αμείλικτη κριτική στην παραμόρφωση του πατριωτικού ιδανικού της Μεγάλης Ιδέας ενώ στον Ζητιάνο (1897) καυτηρίαζε τον βάρβαρο παραδοσιακό τρόπο ζωής των ανθρώπων της υπαίθρου Μια κριτική διαχρονική άχρονη, διαρκώς επίκαιρη...
Νομίζω πώς ο Τάκης Λαϊνάς παράλληλα, τοποθετημένος απόλυτα στην εποχή μας, με σαφή πολιτική στόχευση και στοχασμό, ασκεί αμείλικτη κριτική στην νεότερη Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού, επικεντρωμένη στον νεοπλουτισμό-βλέπε Ολυμπιάδα 2004 κατ’αρχήν και κόλπο Χρηματιστηρίου, κριτική διάχυτη στα δοκίμιά του που αφορούν στον καταναλωτισμό και στα όσα επένδυσε ο καθείς ξεχωριστά σ’ αυτόν και όλοι μας μαζί, στο μέτρο που μας αναλογεί επί μέρους.
Δεν μπορούσε να γράψει διαφορετικά σκεπτόμουν κάθε φορά που διάβαζα το χειρόγραφο που έφερνε τις Κυριακές το πρωί στο «Ελεύθερο ΒΗΜΑ» της Ηλείας. Ο Τάκης ήταν ακριβώς σαν κι εμάς, σαν κι εμένα... σαν όλους τους φίλους που διανύσαμε την Χούντα και μετά τη Μεταπολίτευση... Γεννημένος στον εμφύλιο, στα Λεχαινά, είναι απαραίτητος ο ορισμός «σε καιρό και τόπο», για να κατανοήσουμε την πορεία του, παρακολουθεί την μετεμφυλιακή εθνικοφροσύνη, κατανοεί από πιτσιρίκι το αυταρχικό πελατειακό πολιτικό σύστημα, συντάσσεται με τους νέους της εποχής που πολιτικοποιημένοι απαιτούν 114 και δημοκρατία, ζει τη Χούντα και ανασαίνει όπως οι περισσότεροι με τη μεταπολίτευση που χειραφετεί «αγωνιστές» και «δημοκράτες». Μετέχει όπως η πλειοψηφία σε συλλόγους, πολιτιστικά, εκδοτικές προσπάθειες, σπουδάζει, επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο και εντάσσεται...
Όλο αυτό το πανηγύρι που καθορίζεται από τα μεγάλα ζητήματα που άνοιξε η εποχή, παράδοση και ιστορία, ανατολή- δύση, ελληνικότητα-ευρωπαϊκότητα. Από την συμμετοχή του στους τοπικούς πολιτιστικούς συλλόγους, στην Κινηματογραφική λέσχη Λεχαινών, την θητεία του στην αυτοδιοίκηση, τα αποθέματα ενδιαφέροντα και μαζί ακριβά. Το επιστέγασμα αυτής της πορείας είναι νομίζω συμπυκνωμένο στο βιβλίο. Από την εφηβεία της αλάνας και της αυλής, από τα μεροκάματα στην οικοδομή, από τις προβολές ταινιών του Αγγελόπουλου, μέχρι και την εκλογή του στην αυτοδιοίκηση, μια συνεχής και συνεπής διαδρομή αντιπροσωπευτική του ιδεολογήματος που είναι γνώριμο σε όλους τους συνομήλικους του.
Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι «πώς βγήκαμε έτσι χαμένοι» που γράφει και ο Τακης Σινόπουλος στο Νυχτολόγιό του. Το ερώτημα που τίθεται κατά τη γνώμη μου εδώ «αν βγήκαμε χαμένοι», ή «καταποντισμένοι»...
Παρόλο που ρητορικά ο Τάκης δεν το θέτει στις γραφές του, νομίζω ότι όλο το βιβλίο διαχέεται από την παραπάνω αγωνία...
Έχω την εντύπωση ότι στο δοκίμιο με τον τίτλο «Να’σου μπροστά μου ένα Δελφινοκόριτσο» δραπετεύει αριστουργηματικά με την αγωνία αυτή ομολογώντας:
«Μα εμένα δε με νοιάζουν τα επιτεύγματα, με νοιάζει η βιολογία του σπόρου που φυτρώνει και το κλαδάκι που ανθίζει, η μυρωδιά του πεύκου και του τρυγονιού το φτερούγισμα... . Η μεταμόρφωση των εντόμων, τα εξάγωνα των μελισσών, η ζύμωση του μούστου και η γεύση του κρασιού, τα εκατομμύρια μικρά και μεγάλα θαύματα που συνθέτουν τον κόσμο των έμβιων όντων, που ζούμε μ’ αυτά και χάρη σ’ αυτά και η κατανόησή τους μας βοηθάει να προσδιορίσουμε τη θέση μας, να εξελιχθούμε, να ανέβουμε. Η γνώση και το ψάξιμο των γνωστών και άγνωστων νόμων της ζωντανής φύσης... »
Με αυτή την εξομολόγηση και άλλες πολλές στα κείμενά του ο συγγραφέας μας μυεί σε ένα ακριβό μυστικό: Στο ρεαλισμό του που προέρχεται από το γεγονός ότι ξέρει να βλέπει τον κόσμο στο βάθος του, ... την έκταση, την ποίηση και μαζί την τραγικότητα του. Ξέρει να διαβάζει την αληθινή εικόνα του κόσμου, ακριβή δεξιότητα ίσως και τέχνη, που ελάχιστοι απέμειναν να διαθέτων στην εποχή μας, εποχή κατά τα άλλα των εικόνων της τηλεόρασης και γενικά της ψυχρής οθόνης.
Και μέσω αυτού του μυστικού καταλείπει υπέροχες ιστορίες του τόπου, και άλλων τόπων μαζί, μια και η ζωή προχωρά πάντα με παράλληλες αναλογίες σε όλες τις γεωγραφίες...
Η... συνέχεια στις σελίδες του βιβλίου, από τον ίδιο πια τον Τάκη, με την εξαιρετικά ελκυστική γραφή, το ρυθμό, τους χειροπιαστούς ήρωες και μαζί αναγνωρίσιμους, τις κοινές αγωνίες, την ειλικρινή εξομολογητική διάθεση και τέλος με το φως που φέγγει στο βάθος... Υπονοώντας φυσικά, διαμηνύοντας στον αναγνώστη ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να μπορούν να βλέπουν εκτός οθονών και υπαγορεύσεων καμιά λοβοτομή από τις κατά σωρείαν επιχειρούμενες δεν θα έχει πιθανότητες επιτυχίας... Ένα βιβλίο εξαιρετικά τρυφερό και αισιόδοξο με απολαυστικό χιούμορ και πηγαία τρυφερότητα που οδηγεί το βλέμμα μας έξω από το σωρό και τα αδιέξοδα... Ένα βιβλίο με αποθέματα χαράς... Έτσι κοιτάει μπροστά, έχουμε ανάγκη από παρόμοια αναγνώσματα...